Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
γαστροειδής
γαστροκνήμη
γαστρολογία
γαστρομαντεύομαι
γαστροπίων
γαστρόπτης
γαστρορραφία
γαστρόρροια
γαστροτόμος
γαστροφορέω
γαστροφόρος
γαστροχάρυβδις
γαστρόχειρ
γαστρώδης
γάστρων
γατόμος
γαυλικός
γαυλός
γαῦλος
γαυνάκη
γαύρηξ
View word page
γαστροφόρος
bearer of γάστρα ΙΙ
ShortDef
bearer of γάστρα ΙΙ
Debugging
Headword:
γαστροφόρος
Headword (normalized):
γαστροφόρος
Headword (normalized/stripped):
γαστροφορος
Intro Text:
bearer of γάστρα ΙΙ
IDX:
18547
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-18548
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "bearer of γάστρα ΙΙ" }