Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
βουνώδης
βούπαις
Βουπάλειος
βούπαλις
βουπάμων
βουπελάτης
βουπλανόκτιστος
βουπλάστης
βούπλευρος
βουπληθής
βούπληκτρος
βουπλήξ
βουποίμην
βουπόλος
βουπομπός
βουπόρος
Βουπράσιος
βουπρηόνες
βούπρηστις
βουπρόσωπος
βούπρῳρος
View word page
βούπληκτρος
goading oxen
ShortDef
goading oxen
Debugging
Headword:
βούπληκτρος
Headword (normalized):
βούπληκτρος
Headword (normalized/stripped):
βουπληκτρος
Intro Text:
goading oxen
IDX:
17778
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-17779
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "goading oxen" }