Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

βουκάπηλος
βουκαρδία
βούκελλα
βουκέντης
βούκεντρον
βούκερως
βουκεφάλιον
βουκέφαλος
βουκινίζω
βουκολεῖον
βουκολέω
βουκόλημα
βουκόλησις
βουκολητής
βουκολία
βουκολιάζομαι
βουκολιασμός
βουκολιαστής
Βουκολίδης
βουκολικός
βουκόλιον
View word page
βουκολέω
to tend cattle

ShortDef

to tend cattle

Debugging

Headword:
βουκολέω
Headword (normalized):
βουκολέω
Headword (normalized/stripped):
βουκολεω
IDX:
17688
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-17689
Key:

Data

{'content': 'to tend cattle'}