Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
βουβότης
βούβοτος
βούβρωστις
βουβών
βουβωνιακός
βουβωνιασκόπος
βουβωνιάω
βουβωνίσκος
βουβωνοειδής
βουβωνοκήλη
βουβωνόομαι
βουβωνοφύλαξ
βουγάϊος
βούγλωσσον
βούγλωσσος
βουγονής
Βούδειον
βουδεψήϊον
Βουδῖνοι
βουδόκος
βουδόρος
View word page
βουβωνόομαι
swell to a βουβών
ShortDef
swell to a βουβών
Debugging
Headword:
βουβωνόομαι
Headword (normalized):
βουβωνόομαι
Headword (normalized/stripped):
βουβωνοομαι
Intro Text:
swell to a βουβών
IDX:
17654
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-17655
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "swell to a βουβών" }