Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
βελουλκία
βελουλκικός
βελουλκός
βελοφόροι
βέλτερος
βελτιότης
βελτιόω
βέλτιστος
βελτίων
βελτίωσις
βεμβεύει
βεμβίκεια
βεμβικιάω
βεμβικίζω
βεμβικώδης
βέμβιξ
βεμβραφύη
Βενδίδεια
Βενδίδειον
Βενδῖς
Βενετιανός
View word page
βεμβεύει
fish
ShortDef
fish
Debugging
Headword:
βεμβεύει
Headword (normalized):
βεμβεύει
Headword (normalized/stripped):
βεμβευει
IDX:
17089
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-17090
Key:
Data
{'content': 'fish'}