Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
βέβηλος
βεβηλόω
βεβήλωσις
βεβιασμένως
βεβουλευμένως
βεβρός
Βέβρυξ
βεβρώθω
Βεθσάνη
βειέλοπες
βεκκεσέληνος
βέκος
βελεηφόρος
βέλεμνον
βελενκώθιον
βελεσσιχαρής
βελικός
βελίτης
Βελλεροφόντης
βελοθήκη
βελόνη
View word page
βεκκεσέληνος
superannuated, doting
ShortDef
superannuated, doting
Debugging
Headword:
βεκκεσέληνος
Headword (normalized):
βεκκεσέληνος
Headword (normalized/stripped):
βεκκεσεληνος
Intro Text:
superannuated, doting
IDX:
17055
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-17056
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "superannuated, doting" }