Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
βαρύκομπος
βαρύκοτος
βαρύκτυπος
βαρυλαῖλαψ
βαρύλλιον
βαρύλογος
βαρύλυπος
βαρύμαστος
βαρυμελής
βαρυμηνιάω
βαρύμηνις
βαρύμισθος
βαρύμοχθος
βαρυμωροκάρδιος
βάρυνσις
βαρυντέον
βαρυντικός
βαρύνω
βαρύνωτος
βαρυοδμία
βαρύοδμος
View word page
βαρύμηνις
heavy in wrath, exceeding wrathful
ShortDef
heavy in wrath, exceeding wrathful
Debugging
Headword:
βαρύμηνις
Headword (normalized):
βαρύμηνις
Headword (normalized/stripped):
βαρυμηνις
Intro Text:
heavy in wrath, exceeding wrathful
IDX:
16823
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-16824
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "heavy in wrath, exceeding wrathful" }