Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
βαρύδακρυς
βαρύδεσμος
βαρύδικος
βαρύδιον
βαρυδότειρα
βαρύδουπος
βαρυεγκέφαλος
βαρυεργέω
βαρυεργής
βαρύζηλος
βαρυηκοέω
βαρυηκοΐα
βαρυήκοος
βαρυηχής
βαρύθροος
βαρυθυμέω
βαρυθυμία
βαρύθυμος
βαρύθω
βαρυκάρδιος
βαρυκαρπέω
View word page
βαρυηκοέω
to be hard of hearing
ShortDef
to be hard of hearing
Debugging
Headword:
βαρυηκοέω
Headword (normalized):
βαρυηκοέω
Headword (normalized/stripped):
βαρυηκοεω
Intro Text:
to be hard of hearing
IDX:
16801
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-16802
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be hard of hearing" }