Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
βαρυαχθής
βαρυβάμων
βαρυβόας
βαρυβρεμέτης
βαρύβρομος
βαρυβρώς
βαρύγδουπος
βαρύγλωσσος
βαρύγουνος
βαρύγυιος
βαρυδαιμονέω
βαρυδαιμονία
βαρυδαίμων
βαρύδακρυς
βαρύδεσμος
βαρύδικος
βαρύδιον
βαρυδότειρα
βαρύδουπος
βαρυεγκέφαλος
βαρυεργέω
View word page
βαρυδαιμονέω
to be grievously unlucky
ShortDef
to be grievously unlucky
Debugging
Headword:
βαρυδαιμονέω
Headword (normalized):
βαρυδαιμονέω
Headword (normalized/stripped):
βαρυδαιμονεω
Intro Text:
to be grievously unlucky
IDX:
16788
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-16789
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be grievously unlucky" }