Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀχείμαντος
ἄχειρ
ἀχειραγώγητος
ἀχειράπτητος
ἀχειρής
ἀχειρία
ἀχειρίδωτος
ἀχειροποίητος
ἄχειρος
ἀχειροτόνητος
ἀχείρωτος
Ἀχελωΐδες
Ἀχελώϊος
Ἀχελῷος
ἄχερδος
Ἀχερδούσιος
Ἀχερόντειος
Ἀχερόντιος
Ἀχερουσιάς
ἀχερωΐς
Ἀχέρων
View word page
ἀχείρωτος
untamed, unconquered
ShortDef
untamed, unconquered
Debugging
Headword:
ἀχείρωτος
Headword (normalized):
ἀχείρωτος
Headword (normalized/stripped):
αχειρωτος
Intro Text:
untamed, unconquered
IDX:
16233
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-16234
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "untamed, unconquered" }