Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἁβρότας
ἁβρότης
ἁβρότιμος
ἀβροτόνινος
ἀβροτονίτης
ἀβρότονον
ἄβροτος
ἀβροχέω
ἀβροχία
ἁβροχίτων
ἄβροχος
ἅβρυνα
ἁβρυντής
ἁβρύνω
ἅβρωμα
ἄβρωμος
Ἄβρων
ἀβρώς
ἀβρωσία
ἄβρωτος
Ἀβυδηνός
View word page
ἄβροχος
unwetted, unmoistened
ShortDef
unwetted, unmoistened
Debugging
Headword:
ἄβροχος
Headword (normalized):
ἄβροχος
Headword (normalized/stripped):
αβροχος
Intro Text:
unwetted, unmoistened
IDX:
158
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-159
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "unwetted, unmoistened" }