Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀφεκτέος
ἀφεκτικός
ἀφέλεια
ἀφελής
ἀφελκόω
ἀφέλκυσις
ἀφελκυστέον
ἀφέλκω
ἀφέλκωσις
ἀφελληνίζω
ἀφελόζωος
ἀφελότης
ἄφεμα
ἀφενάκιστος
ἄφενος
ἄφεξις
ἀφέργω
ἀφερεπονία
ἀφερέπονος
ἄφερκτος
ἀφερμηνεύω
View word page
ἀφελόζωος
living simply
ShortDef
living simply
Debugging
Headword:
ἀφελόζωος
Headword (normalized):
ἀφελόζωος
Headword (normalized/stripped):
αφελοζωος
IDX:
15831
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-15832
Key:
Data
{'content': 'living simply'}