Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀεροκώνωψ
ἀερολέσχης
ἀερομαντεία
ἀερόμαντις
ἀερομαχία
ἀερόμελι
ἀερομετρέω
ἀερομιγής
ἀερονηχής
ἀερονομέω
ἀερονομικός
ἀερόομαι
ἀεροπετής
ἀεροπέτης
ἀερόπλανος
ἀεροπορέω
ἀεροπόρος
ἀεροριφής
ἀεροσκοπία
ἀερότονος
ἀεροφόβος
View word page
ἀερονομικός
living in the air
ShortDef
living in the air
Debugging
Headword:
ἀερονομικός
Headword (normalized):
ἀερονομικός
Headword (normalized/stripped):
αερονομικος
Intro Text:
living in the air
IDX:
1498
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-1499
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "living in the air" }