Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀτιμητεί
ἀτιμητέον
ἀτίμητος
ἀτιμία
ἀτιμίη
ἀτιμοπενθής
ἄτιμος
ἀτιμόω
ἀτιμώρητος
ἀτίμωσις
ἀτίνακτος
ἀτιτάλλω
ἀτιτάλτας
ἀτίτης
ἄτιτος
Ἀτλαγενής
Ἀτλαντικός
Ἀτλαντίς
Ἄτλας
ἄτλας
ἄτλατος
View word page
ἀτίνακτος
unshaken, immovable
ShortDef
unshaken, immovable
Debugging
Headword:
ἀτίνακτος
Headword (normalized):
ἀτίνακτος
Headword (normalized/stripped):
ατινακτος
Intro Text:
unshaken, immovable
IDX:
14910
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-14911
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "unshaken, immovable" }