Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἄταφος
ἇτε
ἅτε
ἄτεγκτος
ἀτειρής
ἀτείχιστος
ἀτέκμαρτος
ἀτέκμων
ἀτεκνέω
ἀτεκνία
ἄτεκνος
ἀτεκνόω
ἀτέκνωσις
ἀτέλεια
ἀτελειότης
ἀτελείωτος
ἀτελεσιούργητος
ἀτέλεστος
ἀτελεσφόρητος
ἀτελεύτητος
ἀτέλευτος
View word page
ἄτεκνος
without children, childless
ShortDef
without children, childless
Debugging
Headword:
ἄτεκνος
Headword (normalized):
ἄτεκνος
Headword (normalized/stripped):
ατεκνος
Intro Text:
without children, childless
IDX:
14828
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-14829
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "without children, childless" }