Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀταρτάομαι
ἀταρτηρός
ἀτάρχυτος
ἀτασθαλία
ἀτασθαλίη
ἀτασθάλλω
ἀτάσθαλος
ἀταύρωτος
ἀταφία
ἄταφος
ἇτε
ἅτε
ἄτεγκτος
ἀτειρής
ἀτείχιστος
ἀτέκμαρτος
ἀτέκμων
ἀτεκνέω
ἀτεκνία
ἄτεκνος
ἀτεκνόω
View word page
ἇτε
[Lac. > ὡς]
ShortDef
[Lac. > ὡς]
Debugging
Headword:
ἇτε
Headword (normalized):
ἇτε
Headword (normalized/stripped):
ατε
Intro Text:
[Lac. > ὡς]
IDX:
14819
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-14820
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "[Lac. > ὡς]" }