Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀταλός
ἀταλόψυχος
ἀταμίευτος
ἀταξία
ἀτάομαι
ἀταπείνωτος
ἀτάρ
ἀταρακτέω
ἀταρακτοποιησία
ἀτάρακτος
ἀταραξία
ἀτάραχος
ἀταραχώδης
ἀτάρβακτος
ἀταρβής
ἀτάρβητος
ἀταρβομάχας
Ἀταργατῖς
ἀταρίχευτος
ἀτάρμυκτος
Ἀταρνεύς
View word page
ἀταραξία
impassiveness, calmness
ShortDef
impassiveness, calmness
Debugging
Headword:
ἀταραξία
Headword (normalized):
ἀταραξία
Headword (normalized/stripped):
αταραξια
Intro Text:
impassiveness, calmness
IDX:
14797
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-14798
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "impassiveness, calmness" }