Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀστραβαλίζω
ἄστραβδα
ἀστραβεύω
ἀστράβη
ἀστραβηλάτης
ἀστράβηλος
ἀστραβής
ἀστραβίζω
ἀστραβιστήρ
ἀστραγάλειος
ἀστραγαλίζω
ἀστραγαλῖνος
ἀστραγάλισις
ἀστραγαλίσκος
ἀστραγαλιστής
ἀστραγαλιστικός
ἀστραγαλόμαντις
ἀστράγαλος
ἀστραγαλώδης
ἀστραγαλωτός
Ἀστραῖος
View word page
ἀστραγαλίζω
to play with ἀστράγαλοι
ShortDef
to play with ἀστράγαλοι
Debugging
Headword:
ἀστραγαλίζω
Headword (normalized):
ἀστραγαλίζω
Headword (normalized/stripped):
αστραγαλιζω
Intro Text:
to play with ἀστράγαλοι
IDX:
14454
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-14455
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to play with ἀστράγαλοι" }