Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἄστικτος
ἀστιξία
ἀστίοχος
ἄστιπτος
ἀστίτης
ἀστλέγγιστος
ἀστοιχείωτος
ἄστοιχος
ἄστολος
ἀστομάχητος
ἄστομος
ἀστόμωτος
ἀστονάχητος
ἄστονος
ἀστόξενος
ἀστοργία
ἄστοργος
ἀστορής
ἀστός
ἀστόχαστος
ἀστοχέω
View word page
ἄστομος
without mouth

ShortDef

without mouth

Debugging

Headword:
ἄστομος
Headword (normalized):
ἄστομος
Headword (normalized/stripped):
αστομος
IDX:
14430
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-14431
Key:

Data

{'content': 'without mouth'}