Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἀσίρακος
ᾆσις
ἄσις
ἀσιτέω
ἀσιτία
ἄσιτος
ἀσιώπητος
ἀσκαλαβώτης
Ἀσκάλαφος
ἀσκάλαφος
ἀσκάλευτος
ἀσκαληρής
ἀσκαλίζω
ἄσκαλος
Ἀσκάλων
ἀσκαλώνιον
ἀσκαλώπας
ἀσκανδής
Ἀσκανία
Ἀσκάνιος
ἀσκάντης
View word page
ἀσκάλευτος
unhoed

ShortDef

unhoed

Debugging

Headword:
ἀσκάλευτος
Headword (normalized):
ἀσκάλευτος
Headword (normalized/stripped):
ασκαλευτος
IDX:
14140
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-14141
Key:

Data

{'content': 'unhoed'}