Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀρχοντιάω
ἀρχοντικός
ἀρχός
ἀρχοστάσιος
ἀρχοστάται
Ἀρχύτειος
Ἀρχύτης
ἄρχω
ἀρχῳδός
ἄρχων
Ἄρχων
ἀρχωνέω
ἀρχώνης
ἀρωγή
ἀρωγοναύτης
ἀρωγός
ἄρωμα
ἄρωμα2
ἀρωματίζω
ἀρωματικός
ἀρωματιστέον
View word page
Ἄρχων
Archon (pr.n.)
ShortDef
a ruler, commander, chief, captain
Archon (pr.n.)
Debugging
Headword:
Ἄρχων
Headword (normalized):
ἄρχων
Headword (normalized/stripped):
αρχων
IDX:
14005
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-14006
Key:
Data
{'content': 'Archon (pr.n.)'}