Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀείζωτος
ἀειζώων
ἀειθαλής
ἀειθανής
ἀειθερής
ἀείθουρος
ἀειθρύλητος
ἀείκαρπος
ἀεικείη
ἀεικέλιος
ἀεικής
ἀεικία
ἀεικίζω
ἀεικινησία
ἀεικίνητος
ἀείκλαυτος
ἀείκωμος
ἀείλαλος
ἀειλαμπής
ἀείλλω
ἀειλογέω
View word page
ἀεικής
unseemly, shameful
ShortDef
unseemly, shameful
Debugging
Headword:
ἀεικής
Headword (normalized):
ἀεικής
Headword (normalized/stripped):
αεικης
IDX:
1391
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-1392
Key:
Data
{'content': 'unseemly, shameful'}