Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀρχιέρεια
ἀρχιερεύς
ἀρχιερμηνεύς
ἀρχιεροθυτέω
ἀρχιερωσύνη
ἀρχιεταῖρος
ἀρχιευνοῦχος
ἀρχιζάκορος
ἀρχιζάπφης
ἀρχιθάλασσος
ἀρχιθεωρέω
ἀρχιθεωρία
ἀρχιθέωρος
ἀρχιθιασίτης
ἀρχίθρονος
ἀρχιθύρα
ἀρχιθυρωρός
ἀρχικαμινευτής
ἀρχικέραυνος
ἀρχικερδέμπορος
ἀρχικήπουρος
View word page
ἀρχιθεωρέω
to be ἀρχιθέωρος
ShortDef
to be ἀρχιθέωρος
Debugging
Headword:
ἀρχιθεωρέω
Headword (normalized):
ἀρχιθεωρέω
Headword (normalized/stripped):
αρχιθεωρεω
Intro Text:
to be ἀρχιθέωρος
IDX:
13909
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-13910
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be ἀρχιθέωρος" }