Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀρχιερατεύω
ἀρχιερατικός
ἀρχιέρεια
ἀρχιερεύς
ἀρχιερμηνεύς
ἀρχιεροθυτέω
ἀρχιερωσύνη
ἀρχιεταῖρος
ἀρχιευνοῦχος
ἀρχιζάκορος
ἀρχιζάπφης
ἀρχιθάλασσος
ἀρχιθεωρέω
ἀρχιθεωρία
ἀρχιθέωρος
ἀρχιθιασίτης
ἀρχίθρονος
ἀρχιθύρα
ἀρχιθυρωρός
ἀρχικαμινευτής
ἀρχικέραυνος
View word page
ἀρχιζάπφης
religious official
ShortDef
religious official
Debugging
Headword:
ἀρχιζάπφης
Headword (normalized):
ἀρχιζάπφης
Headword (normalized/stripped):
αρχιζαπφης
Intro Text:
religious official
IDX:
13907
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-13908
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "religious official" }