Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἁρμάτιον
ἁρματίτης
ἁρματοδρομέω
ἁρματοδρομία
ἁρματοδρόμος
ἁρματόεργος
ἁρματοθεσία
ἁρματόκτυπος
ἁρματομαχέω
ἁρματοπηγέω
ἁρματοπηγός
ἁρματοτροφέω
ἁρματοτροφία
ἁρματοτροχιά
ἁρματροχιή
ἁρμελατήρ
ἁρμελάτης
ἄρμενα
Ἀρμενία
Ἀρμενιάρχης
Ἀρμενίζω
View word page
ἁρματοπηγός
a wheelwright, chariot-maker
ShortDef
a wheelwright, chariot-maker
Debugging
Headword:
ἁρματοπηγός
Headword (normalized):
ἁρματοπηγός
Headword (normalized/stripped):
αρματοπηγος
IDX:
13330
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-13331
Key:
Data
{'content': 'a wheelwright, chariot-maker'}