Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀρείτολμος
ἀρείφατος
ἀρείων
ἄρεκτος
ἀρέομαι
Ἀρεοπαγίτης
Ἄρεος
ἄρεσις
ἀρέσκεια
ἀρέσκευμα
ἀρεσκεύομαι
ἀρεσκευτικός
ἀρεσκόντως
ἄρεσκος
ἀρέσκω
ἀρέσμιον
ἀρεστέον
ἀρεστήρ
ἀρεστήριος
ἀρεστός
ἀρετά
View word page
ἀρεσκεύομαι
to be complaisant to
ShortDef
to be complaisant to
Debugging
Headword:
ἀρεσκεύομαι
Headword (normalized):
ἀρεσκεύομαι
Headword (normalized/stripped):
αρεσκευομαι
Intro Text:
to be complaisant to
IDX:
13028
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-13029
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be complaisant to" }