Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀποφλύζω
ἀπόφλω
ἀποφοβέομαι
ἀποφοιβάζω
ἀποφοιτάω
ἀπόφονος
ἀποφορά
ἀποφορέω
ἀποφόρητος
ἀπόφορος
ἀποφορτίζομαι
ἀποφορτισμός
ἀποφράγνυμι
ἀποφράζω
ἀπόφραξις
ἀποφράς
ἀποφράσσω
ἀπόφρικτος
ἀποφρύγω
ἀποφυάς
ἀποφυγή
View word page
ἀποφορτίζομαι
discharge one's cargo
ShortDef
discharge one's cargo
Debugging
Headword:
ἀποφορτίζομαι
Headword (normalized):
ἀποφορτίζομαι
Headword (normalized/stripped):
αποφορτιζομαι
Intro Text:
discharge one's cargo
IDX:
12434
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-12435
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "discharge one's cargo" }