Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀποτυμπανίζω
ἀποτυμπανισμός
ἀποτυπόομαι
ἀπότυπος
ἀποτυπόω
ἀποτύπτω
ἀποτύπωμα
ἀποτύπωσις
ἀποτυρόω
ἀποτυφλόω
ἀποτύφλωσις
ἀποτύφω
ἀποτυχής
ἀποτυχία
Ἀπουλήιος
Ἄπουλος
ἀπουλόω
ἀπούλωσις
ἀπουλωτικός
ἀπούλωτος
ἀπουραγέω
View word page
ἀποτύφλωσις
making blind
ShortDef
making blind
Debugging
Headword:
ἀποτύφλωσις
Headword (normalized):
ἀποτύφλωσις
Headword (normalized/stripped):
αποτυφλωσις
Intro Text:
making blind
IDX:
12356
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-12357
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "making blind" }