Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀποτρίβω
ἀπότριμμα
ἀπότριπτος
ἀποτρίς
ἀποτριτόω
ἀποτρίτωσις
ἀπότριχος
ἀπότριψις
ἀποτροπάδην
ἀποτρόπαιος
ἀποτροπή
ἀποτροπιάζω
ἀποτροπίασμα
ἀποτροπιασμός
ἀποτροπιαστής
ἀποτροπιαστικός
ἀπότροπος
ἀποτροφή
ἀποτρόφιμος
ἀπότροφος
ἀποτροχίζω
View word page
ἀποτροπή
a turning away, averting
ShortDef
a turning away, averting
Debugging
Headword:
ἀποτροπή
Headword (normalized):
ἀποτροπή
Headword (normalized/stripped):
αποτροπη
Intro Text:
a turning away, averting
IDX:
12325
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-12326
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a turning away, averting" }