Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀπομειόω
ἀπομείρομαι
ἀπομελαίνομαι
ἀπόμελι
ἀπομελίζω
ἀπομέμφομαι
ἀπομένω
ἀπομερίζω
ἀπομεριμνάω
ἀπομερισμός
ἀπομερμηρίζω
ἀπομεστόομαι
ἀπομετρέω
ἀπομέτρημα
ἀπομέτρησις
ἀπόμετρον
ἀπομήκης
ἀπομηκύνω
ἀπομηνίω
ἀπομηρυκάομαι
ἀπομηρύομαι
View word page
ἀπομερμηρίζω
to sleep off care
ShortDef
to sleep off care
Debugging
Headword:
ἀπομερμηρίζω
Headword (normalized):
ἀπομερμηρίζω
Headword (normalized/stripped):
απομερμηριζω
Intro Text:
to sleep off care
IDX:
11525
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-11526
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to sleep off care" }