Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀπολέγω
ἀπολείβω
ἀπόλειμμα
ἀπολειόω
ἀπολειπτέον
ἀπολείπω
ἀπολειτουργέω
ἀπολείχω
ἀπόλειψις
ἀπόλεκτος
ἀπολελυμένως
ἀπολέμητος
ἀπόλεμμα
ἀπόλεμος
ἀπολεοντόομαι
ἀπολεπιδόομαι
ἀπολεπίζω
ἀπολέπισμα
ἀπολεπτύνω
ἀπολεπτυσμός
ἀπολέπω
View word page
ἀπολελυμένως
absolutely
ShortDef
absolutely
Debugging
Headword:
ἀπολελυμένως
Headword (normalized):
ἀπολελυμένως
Headword (normalized/stripped):
απολελυμενως
Intro Text:
absolutely
IDX:
11387
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-11388
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "absolutely" }