Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀπολεαίνω
ἀπολέγω
ἀπολείβω
ἀπόλειμμα
ἀπολειόω
ἀπολειπτέον
ἀπολείπω
ἀπολειτουργέω
ἀπολείχω
ἀπόλειψις
ἀπόλεκτος
ἀπολελυμένως
ἀπολέμητος
ἀπόλεμμα
ἀπόλεμος
ἀπολεοντόομαι
ἀπολεπιδόομαι
ἀπολεπίζω
ἀπολέπισμα
ἀπολεπτύνω
ἀπολεπτυσμός
View word page
ἀπόλεκτος
chosen out, picked
ShortDef
chosen out, picked
Debugging
Headword:
ἀπόλεκτος
Headword (normalized):
ἀπόλεκτος
Headword (normalized/stripped):
απολεκτος
Intro Text:
chosen out, picked
IDX:
11386
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-11387
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "chosen out, picked" }