Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀποκαρατομέω
ἀποκαρδιουργέω
ἀπόκαρμα
ἀποκαρόω
ἀποκαρπίζω
ἀποκαρπόω
ἀποκαρτέον
ἀποκαρτερέω
ἀποκαρτέρησις
ἀποκαρτερητέον
ἀποκαρφόομαι
ἀποκαταβαίνω
ἀποκάταγμα
ἀποκατάγνυμι
ἀποκατάγω
ἀποκαταλαμβάνω
ἀποκαταλλάσσω
ἀποκαταρρέω
ἀποκαταρρίπτω
ἀποκαταστασία
ἀποκατάστασις
View word page
ἀποκαρφόομαι
to be parched, dried up
ShortDef
to be parched, dried up
Debugging
Headword:
ἀποκαρφόομαι
Headword (normalized):
ἀποκαρφόομαι
Headword (normalized/stripped):
αποκαρφοομαι
Intro Text:
to be parched, dried up
IDX:
11142
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-11143
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be parched, dried up" }