Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀποκαπύω
ἀποκαραδοκέω
ἀποκαραδοκία
ἀποκαρατομέω
ἀποκαρδιουργέω
ἀπόκαρμα
ἀποκαρόω
ἀποκαρπίζω
ἀποκαρπόω
ἀποκαρτέον
ἀποκαρτερέω
ἀποκαρτέρησις
ἀποκαρτερητέον
ἀποκαρφόομαι
ἀποκαταβαίνω
ἀποκάταγμα
ἀποκατάγνυμι
ἀποκατάγω
ἀποκαταλαμβάνω
ἀποκαταλλάσσω
ἀποκαταρρέω
View word page
ἀποκαρτερέω
to kill oneself by abstinence
ShortDef
to kill oneself by abstinence
Debugging
Headword:
ἀποκαρτερέω
Headword (normalized):
ἀποκαρτερέω
Headword (normalized/stripped):
αποκαρτερεω
Intro Text:
to kill oneself by abstinence
IDX:
11139
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-11140
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to kill oneself by abstinence" }