Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀποδειλιατέον
ἀποδειλιατέος
ἀποδειλιάω
ἀπόδειξις
ἀποδειπνέω
ἀποδειπνίδιος
ἀποδειροτομέω
ἀποδειροτόμησις
ἀποδεισιδαιμονέω
ἀποδεκάτευσις
ἀποδεκατόω
ἀποδεκτέον
ἀποδεκτέος
ἀποδεκτήρ
ἀποδέκτης
ἀποδεκτός
ἀποδενδρόομαι
ἀπόδεξις
ἀπόδερμα
ἀποδερματίζω
ἀποδερματισμός
View word page
ἀποδεκατόω
to tithe, pay tithes of
ShortDef
to tithe, pay tithes of
Debugging
Headword:
ἀποδεκατόω
Headword (normalized):
ἀποδεκατόω
Headword (normalized/stripped):
αποδεκατοω
Intro Text:
to tithe, pay tithes of
IDX:
10843
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-10844
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to tithe, pay tithes of" }