Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀποδακρύω
ἀποδαμέω
ἀπόδαμος
ἀποδαπανάω
ἀποδαρθάνω
ἀπόδαρμα
ἀποδαρμός
ἀποδάσμιος
ἀποδασμός
ἀπόδαστος
ἀποδατέομαι
ἀποδαψιλεύομαι
ἀποδεδειγμένως
ἀποδεδειλιακότως
ἀποδεής
ἀποδειδίσσομαι
ἀποδείκνυμι
ἀποδεικτέον
ἀποδεικτέος
ἀποδεικτικός
ἀποδεικτός
View word page
ἀποδατέομαι
to portion out to
ShortDef
to portion out to
Debugging
Headword:
ἀποδατέομαι
Headword (normalized):
ἀποδατέομαι
Headword (normalized/stripped):
αποδατεομαι
Intro Text:
to portion out to
IDX:
10821
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-10822
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to portion out to" }