Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀπογεφυρόω
ἀπογηράσκω
ἀπογίγνομαι
ἀπογιγνώσκω
ἀπογκέω
ἀπογκόω
ἀπογλαυκόομαι
ἀπογλαύκωσις
ἀπογλάφομαι
ἀπόγλουτος
ἀπογλυκαίνω
ἀπογλυφή
ἀπογλύφω
ἀπογλωττίζομαι
ἀπόγνοια
ἀπογνώσιμος
ἀπόγνωσις
ἀπογνωστέον
ἀπογνωστής
ἀπογνωστικῶς
ἀπογομή
View word page
ἀπογλυκαίνω
sweeten
ShortDef
sweeten
Debugging
Headword:
ἀπογλυκαίνω
Headword (normalized):
ἀπογλυκαίνω
Headword (normalized/stripped):
απογλυκαινω
IDX:
10780
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-10781
Key:
Data
{'content': 'sweeten'}