Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀπλήθυντος
ἄπληκτος
ἀπλημμελῶς
ἀπλήρωτος
ἀπληστεύομαι
ἀπληστία
ἀπλήστοινος
ἄπληστος
ἄπλητος
ἄπλια
ἀπλίκιτον
ἁπλοειδής
ἁπλόθριξ
ἄπλοια
ἁπλοΐζομαι
ἁπλοϊκός
ἁπλοΐς
ἀπλόκαμος
ἄπλοκος
Ἁπλοκύων
ἄπλοος
View word page
ἀπλίκιτον
camp-prison
ShortDef
camp-prison
Debugging
Headword:
ἀπλίκιτον
Headword (normalized):
ἀπλίκιτον
Headword (normalized/stripped):
απλικιτον
Intro Text:
camp-prison
IDX:
10647
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-10648
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "camp-prison" }