Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἄπλευρος
ἄπλευστος
ἀπληγής
ἀπλήγιος
ἁπληγίς
ἄπληγος
ἀπλήθυντος
ἄπληκτος
ἀπλημμελῶς
ἀπλήρωτος
ἀπληστεύομαι
ἀπληστία
ἀπλήστοινος
ἄπληστος
ἄπλητος
ἄπλια
ἀπλίκιτον
ἁπλοειδής
ἁπλόθριξ
ἄπλοια
ἁπλοΐζομαι
View word page
ἀπληστεύομαι
to be insatiable
ShortDef
to be insatiable
Debugging
Headword:
ἀπληστεύομαι
Headword (normalized):
ἀπληστεύομαι
Headword (normalized/stripped):
απληστευομαι
Intro Text:
to be insatiable
IDX:
10641
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-10642
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be insatiable" }