Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἀπεκβάλλω
ἀπεκβιόω
ἀπεκβολή
ἀπέκγονος
ἀπεκδέχομαι
ἀπεκδίδωμι
ἀπέκδοσις
ἀπεκδύομαι
ἀπέκδυσις
ἀπεκεῖθεν
ἀπεκλανθάνομαι
ἀπεκλέγομαι
ἀπεκλεκτικός
ἀπεκλογή
ἀπεκλύω
ἀπεκρίπτω
ἀπέκτασις
ἀπεκτείνω
ἀπέκτητος
ἄπεκτος
ἀπελασία
View word page
ἀπεκλανθάνομαι
to forget entirely

ShortDef

to forget entirely

Debugging

Headword:
ἀπεκλανθάνομαι
Headword (normalized):
ἀπεκλανθάνομαι
Headword (normalized/stripped):
απεκλανθανομαι
IDX:
10313
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-10314
Key:

Data

{'content': 'to forget entirely'}