Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἑκατονταπλασίων
ἑκατοντάπυλος
ἑκατοντάρχης
ἑκατόνταρχος
ἑκατοντάς
ἑκατοντόργυιος
ἑκατοντούτης
ἕκατος
ἑκατόστομος
ἑκατοστός
ἑκατοστύς
ἐκβάζω
ἐκβαίνω
ἐκβακχεύω
ἐκβάλλω
ἔκβασις
ἐκβάω
ἐκβεβαιόομαι
ἐκβιάζω
ἐκβιβάζω
ἐκβιβρώσκω
View word page
ἑκατοστύς
ἑκατοστύς ἑκᾰτοστύς, ύος = ἑκατοντάς, Xen.
ShortDef
division of a hundred
Debugging
Headword:
ἑκατοστύς
Headword (normalized):
ἑκατοστύς
Headword (normalized/stripped):
εκατοστυς
Intro Text:
ἑκατοστύς ἑκᾰτοστύς, ύος = ἑκατοντάς, Xen.
IDX:
9950
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n9953
Key:
e(katostu/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ἑκατοστύς\n ἑκᾰτοστύς, ύος\n = ἑκατοντάς, Xen.", "key": "e(katostu/s" }