εἰσηλυσία
εἰσηλυσία
εἰσηλυσία, ἡ,
from εἰσήλῠθον aor2 of εἰσέρχομαι
a coming in, entrance, Anth.
{ "content": "εἰσηλυσία\n εἰσηλυσία, ἡ,\n from εἰσήλῠθον aor2 of εἰσέρχομαι\n a coming in, entrance, Anth.", "key": "ei)shlusi/a" }