εἰσδρομή
εἰσδρομή
εἰσδρομή, ἡ,
from εἰσδράμεῖν, aor2 inf. of εἰστρέχω
an inroad, onslaught, Eur., Thuc.
{ "content": "εἰσδρομή\n εἰσδρομή, ἡ,\n from εἰσδράμεῖν, aor2 inf. of εἰστρέχω\n an inroad, onslaught, Eur., Thuc.", "key": "ei)sdromh/" }