εἰκαστικός
εἰκαστικός
εἰκαστικός, ή, όν
able to represent or conjecture: τὸ εἰκαστικόν the faculty of conjecturing, Luc.
{ "content": "εἰκαστικός\n εἰκαστικός, ή, όν\n able to represent or conjecture: τὸ εἰκαστικόν the faculty of conjecturing, Luc.", "key": "ei)kastiko/s" }