εἰδοποιία
εἰδοποιία
εἰδοποιΐα, ἡ,
from εἰδοποιός
the specific nature of a thing, Strab.
{ "content": "εἰδοποιία\n εἰδοποιΐα, ἡ,\n from εἰδοποιός\n the specific nature of a thing, Strab.", "key": "ei)dopoii/a" }