ἐγχειρίδιος
ἐγχειρίδιος
ἐγ-χειρίδιος, ον
ἐν, χείρ
in the hand, Aesch.
as Subst., ἐγχειρίδιον, ου, τό, a hand-knife, dagger, Hdt.
{ "content": "ἐγχειρίδιος\n ἐγ-χειρίδιος, ον\n ἐν, χείρ\n in the hand, Aesch.\n as Subst., ἐγχειρίδιον, ου, τό, a hand-knife, dagger, Hdt.", "key": "e)gxeiri/dios" }