ἐγχειρητικός
ἐγχειρητικός
ἐγχειρητικός, ή, όν
from ἐγχειρέω
enterprising, adventurous, Xen.
{ "content": "ἐγχειρητικός\n ἐγχειρητικός, ή, όν\n from ἐγχειρέω\n enterprising, adventurous, Xen.", "key": "e)gxeirhtiko/s" }