ἐγκατακρούω
ἐγκατακρούω
fut. σω
to hammer in: ἐγκ. χορείαν τοῖς μύσταις to tread a measure among the mystae, Ar.
{ "content": "ἐγκατακρούω\n fut. σω\n to hammer in: ἐγκ. χορείαν τοῖς μύσταις to tread a measure among the mystae, Ar.", "key": "e)gkatakrou/w" }