ἑβδομηκοντούτης
ἑβδομηκοντούτης
ἑβδομηκοντ-ούτης, ου,
ἔτος
seventy years old: fem. -οῦτις, Luc.
{ "content": "ἑβδομηκοντούτης\n ἑβδομηκοντ-ούτης, ου,\n ἔτος\n seventy years old: fem. -οῦτις, Luc.", "key": "e(bdomhkontou/ths" }