δωροδόκημα
δωροδόκημα
from δωροδοκέω
δωροδόκημα, ατος, τό,
acceptance of a bribe, corruption, Dem.
{ "content": "δωροδόκημα\n from δωροδοκέω\n δωροδόκημα, ατος, τό,\n acceptance of a bribe, corruption, Dem.", "key": "dwrodo/khma" }